ἑτερόδοξος

ἑτερό-δοξος, ον,
A differing in opinion, Luc.Eun.2.
2 holding opinions other than the right, heterodox, Ph. 1.403, al., Arr.Epict.2.9.19, J.BJ2.8.5; [ἰατρός] Sor.1.52, cf. Gal.9.670. Adv. -ξως in heterodox manner,

τῆς μουσικῆς ἀκροᾶσθαι Philostr. VS2.1.11

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερόδοξος — η, ο иноверческий, еретический, инакомыслящий Этим. < ετερο + δόξος < έτερος + δόξα «другой + мнение» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἑτερόδοξος — differing in opinion masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερόδοξος — η, ο (ΑΜ ἑτερόδοξος, ον) νεοελλ. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο ετερόδοξος, η ετερόδοξη ο μη ορθόδοξος χριστιανός, αυτός που ανήκει σε άλλη χριστιανική Εκκλησία, που ακολουθεί διαφορετικό δόγμα αλλά δεν αρνείται θεμελιώδη χριστιανικά δόγματα και… …   Dictionary of Greek

  • ετερόδοξος — η, ο αυτός που ανήκει σε άλλο θρησκευτικό δόγμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑτεροδόξως — ἑτερόδοξος differing in opinion adverbial ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόδοξον — ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem acc sg ἑτερόδοξος differing in opinion neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροδόξοις — ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροδόξου — ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροδόξους — ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροδόξων — ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροδόξῳ — ἑτερόδοξος differing in opinion masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.